Η άσκηση με περιορισμό της αιματικής ροής αμβλύνει τη χρόνια νεφρική νόσο

Η χρόνια νεφρική νόσος (νεφρική ανεπάρκεια) αναγνωρίζεται ως πρόβλημα δημόσιας υγείας, που επηρεάζει το 10% έως 15% του πληθυσμού. Η νόσος χαρακτηρίζεται από προοδευτική μείωση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης των νεφρών, ενώ το τελικό στάδιο της νόσου απαιτεί αιμοκάθαρση και συνδέεται με αυξημένες συννοσηρότητες, όπως ευπάθεια, καρδιαγγειακά νοσήματα και θνησιμότητα. Πρόσφατες επιστημονικές έρευνες σε άτομα με χρόνια νεφρική νόσο παρέχουν στοιχεία ότι η σωματική άσκηση αποτελεί μια μη φαρμακολογική θεραπεία που συμβάλλει στην πρόληψη και τη θεραπεία της νόσου. Ωστόσο, σε αυτόν τον κλινικό πληθυμό παρατηρείται υψηλό ποσοστό εγκατάλειψης των προγραμμάτων άσκησης, λόγω παρενεργειών που προκύπτουν από τις φαρμακολογικές θεραπείες και συννοσυροτήτων, όπως η αναιμία, η γενικότερη ευπάθεια και η κατάθλιψη, οι οποίες μειώνουν τις πιθανότητες τακτικής συμμετοχής σε συνεδρίες άσκησης. Από την άποψη αυτή, η άσκηση με περιορισμό της ροής του αίματος κατά τη διάρκειά της έχει χρησιμοποιηθεί ως μέθοδος που επιφέρει παρόμοια αποτελέσματα με τις συμβατικές μορφές άσκησης, ωστόσο με χαμηλότερες εντάσεις επιβάρυνσης. Σχετική μελέτη διερεύνησε την επίδραση της άσκησης αντιστάσεων με και χωρίς περιορισμό της αιματικής ροής, συνολικής διάρκειας 6 μηνών, στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης, σε παραμέτρους ουραιμίας και σε δείκτες φλεγμονής ασθενών με χρόνια νεφρική νόσο. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι και οι δύο συνθήκες άσκησης μετρίασαν την εξέλιξη της νόσου, καθώς περιόρισαν την έκπτωση του  ρυθμού σπειραματικής διήθησης και βελτίωσαν τις παραμέτρους ουραιμίας και τους δείκτες φλεγμονής.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο:ΕΔΩ

CORRÊA, H. L., R. V. P. NEVES, L. A. DEUS, M. K. SOUZA, A. S. HARO, F. COSTA, V. L. SILVA, C. A. R. SANTOS, M. R. MORAES, H. G. SIMÕES, J. W. NAVALTA, J. PRESTES, and T. S. ROSA. Blood Flow Restriction Training Blunts Chronic Kidney Disease Progression in Humans. Med. Sci. Sports Exerc., Vol. 53, No. 2, pp. 249–257, 2021.

Η άσκηση με περιορισμό της αιματικής ροής αμβλύνει τη χρόνια νεφρική νόσο

Η χρόνια νεφρική νόσος (νεφρική ανεπάρκεια) αναγνωρίζεται ως πρόβλημα δημόσιας υγείας, που επηρεάζει το 10% έως 15% του πληθυσμού. Η νόσος χαρακτηρίζεται από προοδευτική μείωση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης των νεφρών, ενώ το τελικό στάδιο της νόσου απαιτεί αιμοκάθαρση και συνδέεται με αυξημένες συννοσηρότητες, όπως ευπάθεια, καρδιαγγειακά νοσήματα και θνησιμότητα. Πρόσφατες επιστημονικές έρευνες σε άτομα με χρόνια νεφρική νόσο παρέχουν στοιχεία ότι η σωματική άσκηση αποτελεί μια μη φαρμακολογική θεραπεία που συμβάλλει στην πρόληψη και τη θεραπεία της νόσου. Ωστόσο, σε αυτόν τον κλινικό πληθυμό παρατηρείται υψηλό ποσοστό εγκατάλειψης των προγραμμάτων άσκησης, λόγω παρενεργειών που προκύπτουν από τις φαρμακολογικές θεραπείες και συννοσυροτήτων, όπως η αναιμία, η γενικότερη ευπάθεια και η κατάθλιψη, οι οποίες μειώνουν τις πιθανότητες τακτικής συμμετοχής σε συνεδρίες άσκησης. Από την άποψη αυτή, η άσκηση με περιορισμό της ροής του αίματος κατά τη διάρκειά της έχει χρησιμοποιηθεί ως μέθοδος που επιφέρει παρόμοια αποτελέσματα με τις συμβατικές μορφές άσκησης, ωστόσο με χαμηλότερες εντάσεις επιβάρυνσης. Σχετική μελέτη διερεύνησε την επίδραση της άσκησης αντιστάσεων με και χωρίς περιορισμό της αιματικής ροής, συνολικής διάρκειας 6 μηνών, στο ρυθμό σπειραματικής διήθησης, σε παραμέτρους ουραιμίας και σε δείκτες φλεγμονής ασθενών με χρόνια νεφρική νόσο. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι και οι δύο συνθήκες άσκησης μετρίασαν την εξέλιξη της νόσου, καθώς περιόρισαν την έκπτωση του  ρυθμού σπειραματικής διήθησης και βελτίωσαν τις παραμέτρους ουραιμίας και τους δείκτες φλεγμονής.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

Επίδραση ενός προγράμματος ΗΙΙΤ ποδηλάτησης έναντι τρεξίματος στην απώλεια λίπους και στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος ανδρών με παχυσαρκία

Η διαλειμματική άσκηση υψηλής έντασης (HIIT) μπορεί να μειώσει αποτελεσματικά τη συνολική και την (ενδο)κοιλιακή λιπώδη μάζα, ωστόσο η συγκριτική αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων HIIT τρεξίματος έναντι ποδηλάτησης στη μείωση της λιπώδους μάζας δεν είναι γνωστή. Επιπλέον, χρειάζεται να διερευνηθεί καλύτερα η ενδεχόμενη σχέση μεταξύ του εντερικού μικροβιώματος και της προκαλούμενης από την HIIT μείωσης της λιπώδους μάζας. Πρόσφατη μελέτη συνέκρινε τις επιδράσεις δύο ισοενεργειακών προγραμμάτων HIIT, ποδηλάτησης έναντι τρεξίματος, συνολικής διάρκειας 12 εβδομάδων στη σωματική σύσταση και τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος ανδρών με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία που δεν ακολουθούσαν κάποια συγκεκριμένη δίαιτα. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι το σωματικό βάρος και το κοιλιακό και σπλαχνικό λίπος των συμμετεχόντων μειώθηκαν ως αποτέλεσμα των προγραμμάτων άσκησης, ενώ δεν παρατηρήθηκαν διαφορές ως προς το βάρος, το συνολικό σωματικό λίπος και το σπλαχνικό λίπος μεταξύ των ομάδων άσκησης. Ωστόσο, η απώλεια κοιλιακού λίπους ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα HIIT-τρεξίματος. Η ποικιλομορφία του εντερικού μικροβιώματος δεν διαφοροποιήθηκε σημαντικά τόσο ως αποτέλεσμα της παρέμβασης άσκησης όσο και μεταξύ των ομάδων άσκησης, αλλά συσχετίστηκε με τις αλλαγές του κοιλιακού λίπους. Πιο συγκεκριμένα, τα χαρακτηριστικά του μικροβιώματος και οι αλλαγές της σύστασής του συσχετίστηκαν με τις απώλειες τόσο του συνολικού όσο και του κοιλιακού/σπλαχνικού λίπους. Συμπερασματικά, η ΗΙΙΤ, τόσο με τη μορφή ποδηλάτησης όσο και τρεξίματος, βελτίωσε τη σωματική σύσταση σε άνδρες με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία, ενώ η σύσταση και οι ασκησιογενείς αλλαγές του εντερικού τους μικροβιώματος συσχετίστηκαν με τη μείωση του σωματικού λίπους, ενισχύοντας την πιθανή σχέση μεταξύ αυτών των παραμέτρων.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

COUVERT, A., L. GOUMY,.., and N. BOISSEAU. Effects of a Cycling versus Running HIIT Program on Fat Mass Loss and Gut Microbiota Composition in Men with Overweight/Obesity. Med. Sci. Sports Exerc., Vol. 56, No. 5, pp. 839-850, 2024.

Επίδραση ενός προγράμματος ΗΙΙΤ ποδηλάτησης έναντι τρεξίματος στην απώλεια λίπους και στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος ανδρών με παχυσαρκία

Η διαλειμματική άσκηση υψηλής έντασης (HIIT) μπορεί να μειώσει αποτελεσματικά τη συνολική και την (ενδο)κοιλιακή λιπώδη μάζα, ωστόσο η συγκριτική αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων HIIT τρεξίματος έναντι ποδηλάτησης στη μείωση της λιπώδους μάζας δεν είναι γνωστή. Επιπλέον, χρειάζεται να διερευνηθεί καλύτερα η ενδεχόμενη σχέση μεταξύ του εντερικού μικροβιώματος και της προκαλούμενης από την HIIT μείωσης της λιπώδους μάζας. Πρόσφατη μελέτη συνέκρινε τις επιδράσεις δύο ισοενεργειακών προγραμμάτων HIIT, ποδηλάτησης έναντι τρεξίματος, συνολικής διάρκειας 12 εβδομάδων στη σωματική σύσταση και τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος ανδρών με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία που δεν ακολουθούσαν κάποια συγκεκριμένη δίαιτα. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι το σωματικό βάρος και το κοιλιακό και σπλαχνικό λίπος των συμμετεχόντων μειώθηκαν ως αποτέλεσμα των προγραμμάτων άσκησης, ενώ δεν παρατηρήθηκαν διαφορές ως προς το βάρος, το συνολικό σωματικό λίπος και το σπλαχνικό λίπος μεταξύ των ομάδων άσκησης. Ωστόσο, η απώλεια κοιλιακού λίπους ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα HIIT-τρεξίματος. Η ποικιλομορφία του εντερικού μικροβιώματος δεν διαφοροποιήθηκε σημαντικά τόσο ως αποτέλεσμα της παρέμβασης άσκησης όσο και μεταξύ των ομάδων άσκησης, αλλά συσχετίστηκε με τις αλλαγές του κοιλιακού λίπους. Πιο συγκεκριμένα, τα χαρακτηριστικά του μικροβιώματος και οι αλλαγές της σύστασής του συσχετίστηκαν με τις απώλειες τόσο του συνολικού όσο και του κοιλιακού/σπλαχνικού λίπους. Συμπερασματικά, η ΗΙΙΤ, τόσο με τη μορφή ποδηλάτησης όσο και τρεξίματος, βελτίωσε τη σωματική σύσταση σε άνδρες με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία, ενώ η σύσταση και οι ασκησιογενείς αλλαγές του εντερικού τους μικροβιώματος συσχετίστηκαν με τη μείωση του σωματικού λίπους, ενισχύοντας την πιθανή σχέση μεταξύ αυτών των παραμέτρων.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

Ο ρόλος της αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση στην υπέρταση: Μέτρηση, μηχανισμοί και διαχείριση

Η υπέρταση επηρεάζει έναν στους τρεις ενήλικες παγκοσμίως και είναι ο κυριότερος τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις. Αν και οι μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης σε ηρεμία είναι θεμελιώδους σημασίας για την ανίχνευση και τη διαχείριση της υπέρτασης, οι μη φυσιολογικές μεταβολές της αρτηριακής πίεσης κατά άσκηση (δηλαδή η υπερβολική αρτηριακή πίεση κατά την άσκηση), μπορούν να παράσχουν πρόσθετες, ανεξάρτητες πληροφορίες σχετικά με τον τρέχοντα και μελλοντικό κίνδυνο εκδήλωσης υπέρτασης. Πολύ πρόσφατη μελέτη ανέδειξε την επίκαιρη συζήτηση σχετικά με την κλινική χρησιμότητα της αξιολόγησης της υπερβολικής αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση, τον προσδιορισμό των ουδών της, και την αξία της κατά τη διάρκεια υπομέγιστης άσκησης για τον εντοπισμό και τη διαχείριση της υπέρτασης. Η μελέτη περιλαμβάνει, επίσης, σύνοψη των πιθανών φυσιολογικών μηχανισμών που διέπουν την εκδήλωση υπερβολικής αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση, καθώς και ανασκόπηση των κατευθυντήριων οδηγιών συνταγογράφησης άσκησης, με βάση τα νέα και αναδυόμενα δεδομένα σχετικά με τις συστάσεις του Αμερικανικού Κολλεγίου Αθλητιατρικής (ACSM) για άσκηση στην υπέρταση.

 

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

CURRIE, K. D., M. G. SCHULTZ, P. J. MILLAR, and L. S. PESCATELLO. The Role of Exercise Blood Pressure in Hypertension: Measurement, Mechanisms, and Management. Med. Sci. Sports Exerc., Vol. 57, No. 2, pp. 425-433, 2025.

Ο ρόλος της αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση στην υπέρταση: Μέτρηση, μηχανισμοί και διαχείριση

Η υπέρταση επηρεάζει έναν στους τρεις ενήλικες παγκοσμίως και είναι ο κυριότερος τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις. Αν και οι μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης σε ηρεμία είναι θεμελιώδους σημασίας για την ανίχνευση και τη διαχείριση της υπέρτασης, οι μη φυσιολογικές μεταβολές της αρτηριακής πίεσης κατά άσκηση (δηλαδή η υπερβολική αρτηριακή πίεση κατά την άσκηση), μπορούν να παράσχουν πρόσθετες, ανεξάρτητες πληροφορίες σχετικά με τον τρέχοντα και μελλοντικό κίνδυνο εκδήλωσης υπέρτασης. Πολύ πρόσφατη μελέτη ανέδειξε την επίκαιρη συζήτηση σχετικά με την κλινική χρησιμότητα της αξιολόγησης της υπερβολικής αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση, τον προσδιορισμό των ουδών της, και την αξία της κατά τη διάρκεια υπομέγιστης άσκησης για τον εντοπισμό και τη διαχείριση της υπέρτασης. Η μελέτη περιλαμβάνει, επίσης, σύνοψη των πιθανών φυσιολογικών μηχανισμών που διέπουν την εκδήλωση υπερβολικής αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση, καθώς και ανασκόπηση των κατευθυντήριων οδηγιών συνταγογράφησης άσκησης, με βάση τα νέα και αναδυόμενα δεδομένα σχετικά με τις συστάσεις του Αμερικανικού Κολλεγίου Αθλητιατρικής (ACSM) για άσκηση στην υπέρταση.

 

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

Κάθε κίνηση μετράει για τη βελτίωση της υγείας των οστών σε νεαρούς επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας

Πρόσφατη μελέτη διερεύνησε την πιθανή συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων σωματικής δραστηριότητας και της οστικής πυκνότητας σε διαφορετικές ανατομικές περιοχές σε νεαρούς επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας. Στη μελέτη συμμετείχαν 116 νεαροί επιβιώσαντες (ηλικίας 12,1 ± 3,3 ετών, 42% κορίτσια), στους οποίους αξιολογήθηκαν τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας για τουλάχιστον 7 διαδοχικές ημέρες, τα σωματομετρικά τους χαρακτηριστικά και η οστική τους πυκνότητα στο ισχίο, στην κεφαλή του μηριαίου οστού και στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η κατανομή του χρόνου των νεαρών προέφηβων επιβιωσάντων σε σωματικές δραστηριότητες μέτριας προς υψηλής έντασης εμφάνισε σημαντική θετική συσχέτιση με την οστική πυκνότητα όλου του σώματος, του ισχίου και της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Επίσης, σημαντική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ της ήπιας έντασης σωματικής δραστηριότητας και της οστικής πυκνότητας σχεδόν σε όλες τις ανατομικές περιοχές που εξετάστηκαν στους έφηβους επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας. Αντίθετα, η υιοθέτηση καθιστικής συμπεριφοράς συσχετίστηκε με χαμηλή οστική πυκνότητα σε όλο το σώμα, τόσο στους προέφηβους όσο και στους έφηβους επιβιώσαντες. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν ότι κάθε κίνηση μετράει σε αυτόν τον κλινικό πληθυσμό και υπογραμμίζουν τα οφέλη της αύξησης των επιπέδων σωματικής δραστηριότητας για την αναγέννηση των οστών μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας για καρκίνο της παιδικής ηλικίας.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

MARMOL-PEREZ, A., J. H. MIGUELES, E. UBAGO-GUISADO, J. J. GIL-COSANO, A. RODRIGUEZ-SOLANA, A. REDONDOTÉBAR, F. J. LLORENTE-CANTARERO, I. LABAYEN, F. B. ORTEGA, J. R. RUIZ, and L. GRACIA-MARCO. Every Move Counts to Improve Bone Health at Clinical Sites in Young Pediatric Cancer Survivors: The iBoneFIT Project. Med. Sci. Sports Exerc., Vol. 56, No. 6, pp. 1085-1093, 2024.

Κάθε κίνηση μετράει για τη βελτίωση της υγείας των οστών σε νεαρούς επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας

Πρόσφατη μελέτη διερεύνησε την πιθανή συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων σωματικής δραστηριότητας και της οστικής πυκνότητας σε διαφορετικές ανατομικές περιοχές σε νεαρούς επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας. Στη μελέτη συμμετείχαν 116 νεαροί επιβιώσαντες (ηλικίας 12,1 ± 3,3 ετών, 42% κορίτσια), στους οποίους αξιολογήθηκαν τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας για τουλάχιστον 7 διαδοχικές ημέρες, τα σωματομετρικά τους χαρακτηριστικά και η οστική τους πυκνότητα στο ισχίο, στην κεφαλή του μηριαίου οστού και στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η κατανομή του χρόνου των νεαρών προέφηβων επιβιωσάντων σε σωματικές δραστηριότητες μέτριας προς υψηλής έντασης εμφάνισε σημαντική θετική συσχέτιση με την οστική πυκνότητα όλου του σώματος, του ισχίου και της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Επίσης, σημαντική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ της ήπιας έντασης σωματικής δραστηριότητας και της οστικής πυκνότητας σχεδόν σε όλες τις ανατομικές περιοχές που εξετάστηκαν στους έφηβους επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας. Αντίθετα, η υιοθέτηση καθιστικής συμπεριφοράς συσχετίστηκε με χαμηλή οστική πυκνότητα σε όλο το σώμα, τόσο στους προέφηβους όσο και στους έφηβους επιβιώσαντες. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν ότι κάθε κίνηση μετράει σε αυτόν τον κλινικό πληθυσμό και υπογραμμίζουν τα οφέλη της αύξησης των επιπέδων σωματικής δραστηριότητας για την αναγέννηση των οστών μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας για καρκίνο της παιδικής ηλικίας.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

Συσχέτιση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες

Πρόσφατη αναδρομική μελέτη που αφορούσε τη χρονική περίοδο 1999-2020 διερεύνησε τη σχέση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες. Στη μελέτη συμμετείχαν 44.463 γυναίκες (55,1±8,9 ετών), στις οποίες μετρήθηκε, μέσω καρδιαναναπνευστικής δοκιμασίας κόπωσης (πρωτόκολλο Bruce), η καρδιοαναπνευστική τους ικανότητα και καταγράφηκε η μέγιστη ενεργειακή δαπάνη (σε μεταβολικά ισοδύναμα-ΜΕΤ) που επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της εργοσπιρομέτρησης. Κατά την ίδια εικοσαετή περίοδο, στις ίδιες γυναίκες καταγράφηκαν οι περιπτώσεις εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι για κάθε 1 MET αύξησης της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού μειώνονταν κατά 7%. Ειδικότερα, η πιθανότητα νόσησης ήταν 18%, 31% και 40% χαμηλότερη στις γυναίκες με χαμηλή, μέτρια και καλή καρδιοαναπνευστική ικανότητα αντίστοιχα, σε σχέση με τις γυναίκες που ήταν ελάχιστα δραστήριες σωματικά. Συμπερασματικά, η μελέτη ανέδειξε μια αντίστροφη και κλιμακούμενη συσχέτιση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού, υποδεικνύοντας ότι οι γυναίκες θα πρέπει να ενθαρρύνονται για τη βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής τους ικανότητας, καθώς αυτή μπορεί να συμβάλει στην άμβλυνση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

 

KATSAROLI, I., L. SIDOSSIS, C. KATSAGONI, X. SUI, C. CADENAS-SANCHEZ, J. MYERS, C. FASELIS, R. MURPHY, I. B. H. SAMUEL, and P. KOKKINOS. The Association between Cardiorespiratory Fitness and the Risk of Breast Cancer in Women. Med. Sci. Sports Exerc., Vol. 56, No. 6, pp. 1134-1139, 2024.

Συσχέτιση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες

Πρόσφατη αναδρομική μελέτη που αφορούσε τη χρονική περίοδο 1999-2020 διερεύνησε τη σχέση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες. Στη μελέτη συμμετείχαν 44.463 γυναίκες (55,1±8,9 ετών), στις οποίες μετρήθηκε, μέσω καρδιαναναπνευστικής δοκιμασίας κόπωσης (πρωτόκολλο Bruce), η καρδιοαναπνευστική τους ικανότητα και καταγράφηκε η μέγιστη ενεργειακή δαπάνη (σε μεταβολικά ισοδύναμα-ΜΕΤ) που επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της εργοσπιρομέτρησης. Κατά την ίδια εικοσαετή περίοδο, στις ίδιες γυναίκες καταγράφηκαν οι περιπτώσεις εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι για κάθε 1 MET αύξησης της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού μειώνονταν κατά 7%. Ειδικότερα, η πιθανότητα νόσησης ήταν 18%, 31% και 40% χαμηλότερη στις γυναίκες με χαμηλή, μέτρια και καλή καρδιοαναπνευστική ικανότητα αντίστοιχα, σε σχέση με τις γυναίκες που ήταν ελάχιστα δραστήριες σωματικά. Συμπερασματικά, η μελέτη ανέδειξε μια αντίστροφη και κλιμακούμενη συσχέτιση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού, υποδεικνύοντας ότι οι γυναίκες θα πρέπει να ενθαρρύνονται για τη βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής τους ικανότητας, καθώς αυτή μπορεί να συμβάλει στην άμβλυνση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ