Σωματική σύσταση, παχυσαρκία και καρδιοαναπνευστική ικανότητα στον γενικό πληθυσμό (s)

Η καρδιοαναπνευστική ικανότητα αποτελεί έναν ολοκληρωμένο δείκτη της φυσιολογικής υγείας, αλλά πώς αυτή η ικανότητα σχετίζεται με διάφορες συνιστώσες της σωματικής σύστασης και με την καρδιομεταβολική υγεία σε ενήλικες του γενικού πληθυσμού παραμένει ασαφές, ειδικά σε άτομα με παχυσαρκία. Η μελέτη Framingham, η οποία αποτελεί προοπτική επιδημιολογική μελέτη ενηλίκων που διαμένουν στην κοινότητα, εκκίνησε το 1948 και στη συνέχεια επεκτάθηκε, ώστε να συμπεριλάβει τα παιδιά των αρχικών ενηλίκων συμμετεχόντων και τους/τις συζύγους των παιδιών τους (2η Γενιά), καθώς και τα εγγόνια τους και τους/τις συζύγους των εγγονιών τους (3η Γενιά). Δεδομένα από 2.647 συμμετέχοντες (53% γυναίκες, μέση ηλικία 54 έτη) της 3η Γενιάς της μελέτης ανέδειξαν ότι  μεταξύ των συνιστωσών της σωματικής σύστασης, η άλιπη μάζα είχε την ισχυρότερη συσχέτιση με την καρδιοαναπνευστική ικανότητα σε άτομα μέσης ηλικίας του γενικού πληθυσμού. Ειδικότερα, μια αύξηση της άλιπης μάζας κατά 1 kg συσχετίστηκε με αύξηση της μέγιστης τιμής της πρόσληψης οξυγόνου (VO2) κατά 43 ml/min. Ωστόσο, παρατηρήθηκαν διαφορές ανάλογα με το φύλο στις σχέσεις μεταξύ σωματικής σύστασης και καρδιοαναπνευστικής ικανότητας, με τις γυναίκες να παρουσιάζουν ισχυρότερες θετικές συσχετίσεις μεταξύ καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και λιπώδους μάζας σε σύγκριση με τους άνδρες. Συνολικά, η σύγκριση της μέγιστης πρόσληψης οξυγόνου (VO2max) με βάση την άλιπη μάζα έναντι της συνολικής σωματικής μάζας οδήγησε σε διαφορετικά συμπεράσματα όσον αφορά τις συσχετίσεις της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας με την παχυσαρκία και τη μεταβολική υγεία. Τα συμπεράσματα αυτά υπογραμμίζουν το ρόλο των καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου και την ανάγκη στόχευσής τους πέραν της ίδιας της παχυσαρκίας.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο ΕΔΩ

Vaishnavi Krishnan, Sandhiya Ravichandran, Priya Gajjar, Andrew S Perry, Patricia E. Miller, Ramachandran S. Vasan, Ravi V. Shah, Gregory D. Lewis, Douglas P. Kiel8, Matthew Nayor. Body Composition, Obesity, and Cardiorespiratory Fitness in the Community. Medicine & Science in Sports & Exercise Publish Ahead of Print, August 18, 2026. DOI: 10.1249/MSS.0000000000004105.

 

Σωματική σύσταση, παχυσαρκία και καρδιοαναπνευστική ικανότητα στον γενικό πληθυσμό

Η καρδιοαναπνευστική ικανότητα αποτελεί έναν ολοκληρωμένο δείκτη της φυσιολογικής υγείας, αλλά πώς αυτή η ικανότητα σχετίζεται με διάφορες συνιστώσες της σωματικής σύστασης και με την καρδιομεταβολική υγεία σε ενήλικες του γενικού πληθυσμού παραμένει ασαφές, ειδικά σε άτομα με παχυσαρκία. Η μελέτη Framingham, η οποία αποτελεί προοπτική επιδημιολογική μελέτη ενηλίκων που διαμένουν στην κοινότητα, εκκίνησε το 1948 και στη συνέχεια επεκτάθηκε, ώστε να συμπεριλάβει τα παιδιά των αρχικών ενηλίκων συμμετεχόντων και τους/τις συζύγους των παιδιών τους (2η Γενιά), καθώς και τα εγγόνια τους και τους/τις συζύγους των εγγονιών τους (3η Γενιά). Δεδομένα από 2.647 συμμετέχοντες (53% γυναίκες, μέση ηλικία 54 έτη) της 3η Γενιάς της μελέτης ανέδειξαν ότι  μεταξύ των συνιστωσών της σωματικής σύστασης, η άλιπη μάζα είχε την ισχυρότερη συσχέτιση με την καρδιοαναπνευστική ικανότητα σε άτομα μέσης ηλικίας του γενικού πληθυσμού. Ειδικότερα, μια αύξηση της άλιπης μάζας κατά 1 kg συσχετίστηκε με αύξηση της μέγιστης τιμής της πρόσληψης οξυγόνου (VO2) κατά 43 ml/min. Ωστόσο, παρατηρήθηκαν διαφορές ανάλογα με το φύλο στις σχέσεις μεταξύ σωματικής σύστασης και καρδιοαναπνευστικής ικανότητας, με τις γυναίκες να παρουσιάζουν ισχυρότερες θετικές συσχετίσεις μεταξύ καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και λιπώδους μάζας σε σύγκριση με τους άνδρες. Συνολικά, η σύγκριση της μέγιστης πρόσληψης οξυγόνου (VO2max) με βάση την άλιπη μάζα έναντι της συνολικής σωματικής μάζας οδήγησε σε διαφορετικά συμπεράσματα όσον αφορά τις συσχετίσεις της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας με την παχυσαρκία και τη μεταβολική υγεία. Τα συμπεράσματα αυτά υπογραμμίζουν το ρόλο των καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου και την ανάγκη στόχευσής τους πέραν της ίδιας της παχυσαρκίας.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο ΕΔΩ

 

Πεζοπορία στο μονοπάτι του Ασκληπιού

asklipios

Tο Εθνικό κέντρο “Exercise Is Medicine-Greece”, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ο Σύλλογος ασθενών με νόσο Parkinson και ο Σύλλογος Life Walkers οργανώνουν το Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026 δράση – ΠΕΖΟΠΟΡΙΑ ΣΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΟΥ ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ για άτομα με νόσο του Parkinson, με σημείο συνάντησης το Γοργογύρι Τρικάλων.

Η κοινή αυτή δράση και συνεργασία στέλνει το ηχηρό μήνυμα ότι η σωματική άσκηση αποτελεί πολύτιμο σύμμαχο για τη διατήρηση της αυτονομίας και τη βελτίωση της ποιότητα ζωής των συνανθρώπων μας με χρόνια νοσήματα.

Η συμμετοχή είναι ΔΩΡΕΑΝ.

Αρχικές οδηγίες άσκησης για παιδιά και εφήβους κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία του καρκίνου: Δήλωση ομοφωνίας εμπειρογνωμόνων του ACSM

Στα παιδιά (ηλικία: ≤14 ετών) και τους εφήβους (ηλικία: 15–19 ετών), ο καρκίνος παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια και διαφέρει ουσιαστικά από τις κακοήθειες των ενηλίκων. Λόγω των πολυάριθμων επιπλοκών και των λειτουργικών διαταραχών που συνδέονται με τη θεραπεία, είναι αυξανόμενος ο αριθμός των τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων μελετών που αξιολογούν τις επιδράσεις των προγραμμάτων άσκησης σε παιδιά και εφήβους που πάσχουν από καρκίνο. Η παρούσα Δήλωση Συναίνεσης Εμπειρογνωμόνων του Αμερικανικού Κολεγίου Αθλητιατρικής (ACSM) είχε σκοπό να διαμορφώσει τις αρχικές κατευθυντήριες οδηγίες άσκησης για παιδιά και εφήβους με καρκίνο. Σύμφωνα με τα πορίσματά της, η άσκηση μπορεί γενικά να πραγματοποιείται με ασφάλεια από αυτόν τον κλινικό πληθυσμό. Υπάρχουν μέτριες ενδείξεις ότι η συνδυαστική άσκηση (αερόβια και ενδυνάμωσης) μπορεί να βελτιώσει δύο συχνές παραμέτρους υγείας που σχετίζονται με τον καρκίνο ή τη θεραπεία του, τη μειωμένη μυϊκή δύναμη και τη λειτουργική ικανότητα, αλλά όχι τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας αυτών των ασθενών. Μέτριες ενδείξεις υποστηρίζουν επίσης ότι η αερόβια άσκηση βελτιώνει την καρδιοαναπνευστική ικανότητα μετά τη θεραπεία (αλλά όχι κατά τη διάρκειά της). Ανεπαρκείς είναι οι ενδείξεις για άλλες σημαντικές παραμέτρους υγείας (π.χ. για την καρδιακή λειτουργία, την υγεία των οστών και την ανοσολογική λειτουργία), γεγονός που αντανακλά ένα κενό στην υπάρχουσα γνώση. Συνολικά, οι προτεινόμενες συστάσεις θα πρέπει να χρησιμεύσουν ως αρχικός οδηγός για τους επαγγελματίες της υγείας και της άσκησης που ασχολούνται με παιδιά και εφήβους που πάσχουν από καρκίνο. Αν και οι τρέχουσες εξελίξεις στο πεδίο αυτό είναι ενθαρρυντικές, απαιτείται περισσότερη έρευνα για να καλυφθούν τα εναπομείναντα κενά γνώσης, ώστε να υποστηριχθεί καλύτερα ο συγκεκριμένος πληθυσμός και να βελτιωθεί η αντίστοιχη κλινική πρακτική.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο εδώ:

FRIDH, M. K., S. KESTING, M. A. NEU, P. L. VALENZUELA, M. WOGKSCH, S. N. CULOS-REED, K. H. SCHMITZ, K. K. NESS, S. J. FLECK, C. FIUZA-LUCES, and A. LUCIA. Initial Exercise Guidance for Children and Adolescents during and beyond

 

Αρχικές οδηγίες άσκησης για παιδιά και εφήβους κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία του καρκίνου: Δήλωση ομοφωνίας εμπειρογνωμόνων του ACSM

Στα παιδιά (ηλικία: ≤14 ετών) και τους εφήβους (ηλικία: 15–19 ετών), ο καρκίνος παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια και διαφέρει ουσιαστικά από τις κακοήθειες των ενηλίκων. Λόγω των πολυάριθμων επιπλοκών και των λειτουργικών διαταραχών που συνδέονται με τη θεραπεία, είναι αυξανόμενος ο αριθμός των τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων μελετών που αξιολογούν τις επιδράσεις των προγραμμάτων άσκησης σε παιδιά και εφήβους που πάσχουν από καρκίνο. Η παρούσα Δήλωση Συναίνεσης Εμπειρογνωμόνων του Αμερικανικού Κολεγίου Αθλητιατρικής (ACSM) είχε σκοπό να διαμορφώσει τις αρχικές κατευθυντήριες οδηγίες άσκησης για παιδιά και εφήβους με καρκίνο. Σύμφωνα με τα πορίσματά της, η άσκηση μπορεί γενικά να πραγματοποιείται με ασφάλεια από αυτόν τον κλινικό πληθυσμό. Υπάρχουν μέτριες ενδείξεις ότι η συνδυαστική άσκηση (αερόβια και ενδυνάμωσης) μπορεί να βελτιώσει δύο συχνές παραμέτρους υγείας που σχετίζονται με τον καρκίνο ή τη θεραπεία του, τη μειωμένη μυϊκή δύναμη και τη λειτουργική ικανότητα, αλλά όχι τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας αυτών των ασθενών. Μέτριες ενδείξεις υποστηρίζουν επίσης ότι η αερόβια άσκηση βελτιώνει την καρδιοαναπνευστική ικανότητα μετά τη θεραπεία (αλλά όχι κατά τη διάρκειά της). Ανεπαρκείς είναι οι ενδείξεις για άλλες σημαντικές παραμέτρους υγείας (π.χ. για την καρδιακή λειτουργία, την υγεία των οστών και την ανοσολογική λειτουργία), γεγονός που αντανακλά ένα κενό στην υπάρχουσα γνώση. Συνολικά, οι προτεινόμενες συστάσεις θα πρέπει να χρησιμεύσουν ως αρχικός οδηγός για τους επαγγελματίες της υγείας και της άσκησης που ασχολούνται με παιδιά και εφήβους που πάσχουν από καρκίνο. Αν και οι τρέχουσες εξελίξεις στο πεδίο αυτό είναι ενθαρρυντικές, απαιτείται περισσότερη έρευνα για να καλυφθούν τα εναπομείναντα κενά γνώσης, ώστε να υποστηριχθεί καλύτερα ο συγκεκριμένος πληθυσμός και να βελτιωθεί η αντίστοιχη κλινική πρακτική.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο ΕΔΩ

 

Συμμετοχή σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα Προαγωγής της Σωματικής Δραστηριότητας σε Άτομα με Άνοια ή Ήπια Νοητική Διαταραχή

Με σταθερή προσήλωση στην προαγωγή της υγείας μέσω της σωματικής άσκησης,  το Εθνικό Κέντρο «Exercise is Medicine-Greece» αποτελεί έναν από τους εταίρους της Ελλάδας στο χρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση Πρόγραμμα με τίτλο  «Μείνε Δραστήριος, Μείνε ο Εαυτός σου»  (STAY ACTIVE, STAY YOU). Tο Πρόγραμμα έχει στόχο την προώθηση των ευεργετικών επιδράσεων της σωματικής δραστηριότητας σε άτομα με άνοια ή ήπια νοητική διαταραχή.

Stay Active

Σωματική δραστηριότητα από την παιδική ηλικία και η συσχέτισή της με μεταβολές των γνωστικών λειτουργιών στη μέση ηλικία (e)

eimsept

Πρόσφατη μελέτη διερεύνησε εάν η σωρευτική σωματική δραστηριότητα (ΣΔ) κατά την νεαρή ηλικία (9–24 έτη), την ενήλικη ζωή (24–48 έτη), ή από την παιδική έως τη μέση ηλικία (9-48 έτη) σχετίζεται με γνωστικές αλλαγές στη μέση ηλικία, και εάν αυτές οι συσχετίσεις διαφέρουν ανάλογα με το φύλο. Η μελέτη χρησιμοποίησε δεδομένα από 1.353 συμμετέχοντες (57% γυναίκες) σε διαχρονική πληθυσμιακή μελέτη, η οποία ξεκίνησε το 1980 στη Φινλανδία. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι τα υψηλότερα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής συσχετίστηκαν με μικρότερη μείωση της ικανότητας επεξεργασίας πληροφοριών κατά μέση ηλικία, καθώς και με μικρότερη μείωση της λειτουργικής μνήμης στους άνδρες. Η σωματική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της ζωής δεν συσχετίστηκε με άλλες γνωστικές λειτουργίες. Η σωματική δραστηριότητα κατά τη νεαρή ηλικία δεν ανέδειξε κάποια συσχέτιση με γνωστικές αλλαγές μετά τη διόρθωση ως προς τη σωματική δραστηριότητα στην ενήλικη ζωή, και το αντίστροφο. Συνολικά, τα ευρήματα της μελέτης υποδηλώνουν ότι τα άτομα με υψηλότερα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους παρουσιάζουν μικρότερη μείωση στις εκτελεστικές πτυχές της γνωστικής λειτουργίας κατά τη μέση ηλικία.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο εδώ:

SYVÄOJA H. J., T. H. SUOMINEN, T. KUKKO, M. A. HEISKANEN, J. NEVALAINEN, K. PAHKALA, X. YANG, J. MYKKÄNEN, J. VIIKARI, M. JUONALA, M. KÄHÖNEN, T. P. LAITINEN, P. TOSSAVAINEN, E. JOKINEN, T. LEHTIMÄKI, A. AHOLA-OLLI, O. T. RAITAKARI, S. P. ROVIO, and T. H. TAMMELIN. Physical Activity Since Childhood and its Association with Changes in Midlife Cognitive Functions: A Longitudinal Prospective Cohort Study. Med. Sci. Sports Exerc., Vol. 58, No. 9, pp. 1927–1936, 2026.

 

Σωματική δραστηριότητα από την παιδική ηλικία και η συσχέτισή της με μεταβολές των γνωστικών λειτουργιών στη μέση ηλικία

eimsept

Πρόσφατη μελέτη διερεύνησε εάν η σωρευτική σωματική δραστηριότητα (ΣΔ) κατά την νεαρή ηλικία (9–24 έτη), την ενήλικη ζωή (24–48 έτη), ή από την παιδική έως τη μέση ηλικία (9-48 έτη) σχετίζεται με γνωστικές αλλαγές στη μέση ηλικία, και εάν αυτές οι συσχετίσεις διαφέρουν ανάλογα με το φύλο. Η μελέτη χρησιμοποίησε δεδομένα από 1.353 συμμετέχοντες (57% γυναίκες) σε διαχρονική πληθυσμιακή μελέτη, η οποία ξεκίνησε το 1980 στη Φινλανδία. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι τα υψηλότερα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής συσχετίστηκαν με μικρότερη μείωση της ικανότητας επεξεργασίας πληροφοριών κατά μέση ηλικία, καθώς και με μικρότερη μείωση της λειτουργικής μνήμης στους άνδρες. Η σωματική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της ζωής δεν συσχετίστηκε με άλλες γνωστικές λειτουργίες. Η σωματική δραστηριότητα κατά τη νεαρή ηλικία δεν ανέδειξε κάποια συσχέτιση με γνωστικές αλλαγές μετά τη διόρθωση ως προς τη σωματική δραστηριότητα στην ενήλικη ζωή, και το αντίστροφο. Συνολικά, τα ευρήματα της μελέτης υποδηλώνουν ότι τα άτομα με υψηλότερα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους παρουσιάζουν μικρότερη μείωση στις εκτελεστικές πτυχές της γνωστικής λειτουργίας κατά τη μέση ηλικία.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο ΕΔΩ

 

Σχέση μεταξύ του χρόνου καθιστικής συμπεριφοράς και του κόστους υγειονομικής περίθαλψης στη μέση ηλικία (e)

Σχέση μεταξύ του χρόνου καθιστικής συμπεριφοράς και του κόστους υγειονομικής περίθαλψης στη μέση ηλικία

Η παρατεταμένη καθιστική συμπεριφορά συνδέεται με αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία. Ωστόσο, οι συνθήκες στις οποίες λαμβάνει χώρα, ιδίως η διάκριση μεταξύ καθιστικής συμπεριφοράς στην εργασία και στον ελεύθερο χρόνο, καθώς και οι οικονομικές επιπτώσεις της δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Πολύ πρόσφατα δημοσιευθείσα μελέτη εξέτασε την έκταση και τις συνθήκες της καθημερινής καθιστικής συμπεριφοράς, καθώς και τη συσχέτισή της με το ετήσιο κόστος υγειονομικής περίθαλψης κατά τη μέση ηλικία. Χρησιμοποιήθηκε δείγμα 7.147 Φινλανδών ενηλίκων κατά το 46 έτος παρακολούθησής τους, ως μέρος μιας μεγάλης διαχρονικής μελέτης που εκκίνησε το έτος 1966. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μεταξύ των ετών 2012 και 2014 και περιελάμβαναν τον αυτοαναφερόμενο καθιστικό χρόνο στην εργασία και στον ελεύθερο χρόνο, καθώς και το κόστος υγειονομικής περίθαλψης που εκτιμήθηκε από τις αυτοαναφερόμενες επισκέψεις σε δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης. Ο συνολικός χρόνος καθιστικής συμπεριφοράς ήταν 7,3 ώρες την ημέρα, εκ των οποίων 4,0 ώρες/ημέρα κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου και 3,4 ώρες/ημέρα στην εργασία. Τα ευρήματα της μελέτης στον συγκεκριμένο πληθυσμό ανέδειξαν ότι η καθιστική συμπεριφορά που σχετίζεται με την εργασία, αλλά όχι η καθιστική συμπεριφορά κατά τον ελεύθερο χρόνο, συνδέθηκε με υψηλότερο ετήσιο κόστος πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης. Αυτά τα ευρήματα υπογραμμίζουν τον οικονομικό αντίκτυπο της εργασιακής καθιστικής συμπεριφοράς και υποδηλώνουν ότι η καθιστική συμπεριφορά που σχετίζεται με την εργασία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε μελλοντικές μελέτες για τη διαμόρφωση στρατηγικών δημόσιας υγείας.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο εδώ:

AKHAVAN RAD, S., A.-M. LEINONEN, R. KORPELAINEN, M. VAARAMO, F. KIWANUKA, K. RYYNÄNEN, K. PATJA, and P. TORKKI. Association of Context-Specific Sitting Time with Healthcare Costs at Midlife: The Northern Finland Birth Cohort 1966 Study. Med. Sci. Sports Exerc., Vol. 58, No. 8, pp. 1719–1728, 2026.