Επίδραση ενός προγράμματος ΗΙΙΤ ποδηλάτησης έναντι τρεξίματος στην απώλεια λίπους και στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος ανδρών με παχυσαρκία

Η διαλειμματική άσκηση υψηλής έντασης (HIIT) μπορεί να μειώσει αποτελεσματικά τη συνολική και την (ενδο)κοιλιακή λιπώδη μάζα, ωστόσο η συγκριτική αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων HIIT τρεξίματος έναντι ποδηλάτησης στη μείωση της λιπώδους μάζας δεν είναι γνωστή. Επιπλέον, χρειάζεται να διερευνηθεί καλύτερα η ενδεχόμενη σχέση μεταξύ του εντερικού μικροβιώματος και της προκαλούμενης από την HIIT μείωσης της λιπώδους μάζας. Πρόσφατη μελέτη συνέκρινε τις επιδράσεις δύο ισοενεργειακών προγραμμάτων HIIT, ποδηλάτησης έναντι τρεξίματος, συνολικής διάρκειας 12 εβδομάδων στη σωματική σύσταση και τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος ανδρών με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία που δεν ακολουθούσαν κάποια συγκεκριμένη δίαιτα. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι το σωματικό βάρος και το κοιλιακό και σπλαχνικό λίπος των συμμετεχόντων μειώθηκαν ως αποτέλεσμα των προγραμμάτων άσκησης, ενώ δεν παρατηρήθηκαν διαφορές ως προς το βάρος, το συνολικό σωματικό λίπος και το σπλαχνικό λίπος μεταξύ των ομάδων άσκησης. Ωστόσο, η απώλεια κοιλιακού λίπους ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα HIIT-τρεξίματος. Η ποικιλομορφία του εντερικού μικροβιώματος δεν διαφοροποιήθηκε σημαντικά τόσο ως αποτέλεσμα της παρέμβασης άσκησης όσο και μεταξύ των ομάδων άσκησης, αλλά συσχετίστηκε με τις αλλαγές του κοιλιακού λίπους. Πιο συγκεκριμένα, τα χαρακτηριστικά του μικροβιώματος και οι αλλαγές της σύστασής του συσχετίστηκαν με τις απώλειες τόσο του συνολικού όσο και του κοιλιακού/σπλαχνικού λίπους. Συμπερασματικά, η ΗΙΙΤ, τόσο με τη μορφή ποδηλάτησης όσο και τρεξίματος, βελτίωσε τη σωματική σύσταση σε άνδρες με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία, ενώ η σύσταση και οι ασκησιογενείς αλλαγές του εντερικού τους μικροβιώματος συσχετίστηκαν με τη μείωση του σωματικού λίπους, ενισχύοντας την πιθανή σχέση μεταξύ αυτών των παραμέτρων.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

Ο ρόλος της αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση στην υπέρταση: Μέτρηση, μηχανισμοί και διαχείριση

Η υπέρταση επηρεάζει έναν στους τρεις ενήλικες παγκοσμίως και είναι ο κυριότερος τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις. Αν και οι μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης σε ηρεμία είναι θεμελιώδους σημασίας για την ανίχνευση και τη διαχείριση της υπέρτασης, οι μη φυσιολογικές μεταβολές της αρτηριακής πίεσης κατά άσκηση (δηλαδή η υπερβολική αρτηριακή πίεση κατά την άσκηση), μπορούν να παράσχουν πρόσθετες, ανεξάρτητες πληροφορίες σχετικά με τον τρέχοντα και μελλοντικό κίνδυνο εκδήλωσης υπέρτασης. Πολύ πρόσφατη μελέτη ανέδειξε την επίκαιρη συζήτηση σχετικά με την κλινική χρησιμότητα της αξιολόγησης της υπερβολικής αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση, τον προσδιορισμό των ουδών της, και την αξία της κατά τη διάρκεια υπομέγιστης άσκησης για τον εντοπισμό και τη διαχείριση της υπέρτασης. Η μελέτη περιλαμβάνει, επίσης, σύνοψη των πιθανών φυσιολογικών μηχανισμών που διέπουν την εκδήλωση υπερβολικής αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση, καθώς και ανασκόπηση των κατευθυντήριων οδηγιών συνταγογράφησης άσκησης, με βάση τα νέα και αναδυόμενα δεδομένα σχετικά με τις συστάσεις του Αμερικανικού Κολλεγίου Αθλητιατρικής (ACSM) για άσκηση στην υπέρταση.

 

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

CURRIE, K. D., M. G. SCHULTZ, P. J. MILLAR, and L. S. PESCATELLO. The Role of Exercise Blood Pressure in Hypertension: Measurement, Mechanisms, and Management. Med. Sci. Sports Exerc., Vol. 57, No. 2, pp. 425-433, 2025.

Ο ρόλος της αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση στην υπέρταση: Μέτρηση, μηχανισμοί και διαχείριση

Η υπέρταση επηρεάζει έναν στους τρεις ενήλικες παγκοσμίως και είναι ο κυριότερος τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις. Αν και οι μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης σε ηρεμία είναι θεμελιώδους σημασίας για την ανίχνευση και τη διαχείριση της υπέρτασης, οι μη φυσιολογικές μεταβολές της αρτηριακής πίεσης κατά άσκηση (δηλαδή η υπερβολική αρτηριακή πίεση κατά την άσκηση), μπορούν να παράσχουν πρόσθετες, ανεξάρτητες πληροφορίες σχετικά με τον τρέχοντα και μελλοντικό κίνδυνο εκδήλωσης υπέρτασης. Πολύ πρόσφατη μελέτη ανέδειξε την επίκαιρη συζήτηση σχετικά με την κλινική χρησιμότητα της αξιολόγησης της υπερβολικής αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση, τον προσδιορισμό των ουδών της, και την αξία της κατά τη διάρκεια υπομέγιστης άσκησης για τον εντοπισμό και τη διαχείριση της υπέρτασης. Η μελέτη περιλαμβάνει, επίσης, σύνοψη των πιθανών φυσιολογικών μηχανισμών που διέπουν την εκδήλωση υπερβολικής αρτηριακής πίεσης κατά την άσκηση, καθώς και ανασκόπηση των κατευθυντήριων οδηγιών συνταγογράφησης άσκησης, με βάση τα νέα και αναδυόμενα δεδομένα σχετικά με τις συστάσεις του Αμερικανικού Κολλεγίου Αθλητιατρικής (ACSM) για άσκηση στην υπέρταση.

 

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

Κάθε κίνηση μετράει για τη βελτίωση της υγείας των οστών σε νεαρούς επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας

Πρόσφατη μελέτη διερεύνησε την πιθανή συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων σωματικής δραστηριότητας και της οστικής πυκνότητας σε διαφορετικές ανατομικές περιοχές σε νεαρούς επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας. Στη μελέτη συμμετείχαν 116 νεαροί επιβιώσαντες (ηλικίας 12,1 ± 3,3 ετών, 42% κορίτσια), στους οποίους αξιολογήθηκαν τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας για τουλάχιστον 7 διαδοχικές ημέρες, τα σωματομετρικά τους χαρακτηριστικά και η οστική τους πυκνότητα στο ισχίο, στην κεφαλή του μηριαίου οστού και στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η κατανομή του χρόνου των νεαρών προέφηβων επιβιωσάντων σε σωματικές δραστηριότητες μέτριας προς υψηλής έντασης εμφάνισε σημαντική θετική συσχέτιση με την οστική πυκνότητα όλου του σώματος, του ισχίου και της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Επίσης, σημαντική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ της ήπιας έντασης σωματικής δραστηριότητας και της οστικής πυκνότητας σχεδόν σε όλες τις ανατομικές περιοχές που εξετάστηκαν στους έφηβους επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας. Αντίθετα, η υιοθέτηση καθιστικής συμπεριφοράς συσχετίστηκε με χαμηλή οστική πυκνότητα σε όλο το σώμα, τόσο στους προέφηβους όσο και στους έφηβους επιβιώσαντες. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν ότι κάθε κίνηση μετράει σε αυτόν τον κλινικό πληθυσμό και υπογραμμίζουν τα οφέλη της αύξησης των επιπέδων σωματικής δραστηριότητας για την αναγέννηση των οστών μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας για καρκίνο της παιδικής ηλικίας.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

MARMOL-PEREZ, A., J. H. MIGUELES, E. UBAGO-GUISADO, J. J. GIL-COSANO, A. RODRIGUEZ-SOLANA, A. REDONDOTÉBAR, F. J. LLORENTE-CANTARERO, I. LABAYEN, F. B. ORTEGA, J. R. RUIZ, and L. GRACIA-MARCO. Every Move Counts to Improve Bone Health at Clinical Sites in Young Pediatric Cancer Survivors: The iBoneFIT Project. Med. Sci. Sports Exerc., Vol. 56, No. 6, pp. 1085-1093, 2024.

Κάθε κίνηση μετράει για τη βελτίωση της υγείας των οστών σε νεαρούς επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας

Πρόσφατη μελέτη διερεύνησε την πιθανή συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων σωματικής δραστηριότητας και της οστικής πυκνότητας σε διαφορετικές ανατομικές περιοχές σε νεαρούς επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας. Στη μελέτη συμμετείχαν 116 νεαροί επιβιώσαντες (ηλικίας 12,1 ± 3,3 ετών, 42% κορίτσια), στους οποίους αξιολογήθηκαν τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας για τουλάχιστον 7 διαδοχικές ημέρες, τα σωματομετρικά τους χαρακτηριστικά και η οστική τους πυκνότητα στο ισχίο, στην κεφαλή του μηριαίου οστού και στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η κατανομή του χρόνου των νεαρών προέφηβων επιβιωσάντων σε σωματικές δραστηριότητες μέτριας προς υψηλής έντασης εμφάνισε σημαντική θετική συσχέτιση με την οστική πυκνότητα όλου του σώματος, του ισχίου και της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Επίσης, σημαντική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ της ήπιας έντασης σωματικής δραστηριότητας και της οστικής πυκνότητας σχεδόν σε όλες τις ανατομικές περιοχές που εξετάστηκαν στους έφηβους επιβιώσαντες από καρκίνο της παιδικής ηλικίας. Αντίθετα, η υιοθέτηση καθιστικής συμπεριφοράς συσχετίστηκε με χαμηλή οστική πυκνότητα σε όλο το σώμα, τόσο στους προέφηβους όσο και στους έφηβους επιβιώσαντες. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν ότι κάθε κίνηση μετράει σε αυτόν τον κλινικό πληθυσμό και υπογραμμίζουν τα οφέλη της αύξησης των επιπέδων σωματικής δραστηριότητας για την αναγέννηση των οστών μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας για καρκίνο της παιδικής ηλικίας.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

Συσχέτιση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες

Πρόσφατη αναδρομική μελέτη που αφορούσε τη χρονική περίοδο 1999-2020 διερεύνησε τη σχέση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες. Στη μελέτη συμμετείχαν 44.463 γυναίκες (55,1±8,9 ετών), στις οποίες μετρήθηκε, μέσω καρδιαναναπνευστικής δοκιμασίας κόπωσης (πρωτόκολλο Bruce), η καρδιοαναπνευστική τους ικανότητα και καταγράφηκε η μέγιστη ενεργειακή δαπάνη (σε μεταβολικά ισοδύναμα-ΜΕΤ) που επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της εργοσπιρομέτρησης. Κατά την ίδια εικοσαετή περίοδο, στις ίδιες γυναίκες καταγράφηκαν οι περιπτώσεις εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι για κάθε 1 MET αύξησης της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού μειώνονταν κατά 7%. Ειδικότερα, η πιθανότητα νόσησης ήταν 18%, 31% και 40% χαμηλότερη στις γυναίκες με χαμηλή, μέτρια και καλή καρδιοαναπνευστική ικανότητα αντίστοιχα, σε σχέση με τις γυναίκες που ήταν ελάχιστα δραστήριες σωματικά. Συμπερασματικά, η μελέτη ανέδειξε μια αντίστροφη και κλιμακούμενη συσχέτιση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού, υποδεικνύοντας ότι οι γυναίκες θα πρέπει να ενθαρρύνονται για τη βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής τους ικανότητας, καθώς αυτή μπορεί να συμβάλει στην άμβλυνση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

 

KATSAROLI, I., L. SIDOSSIS, C. KATSAGONI, X. SUI, C. CADENAS-SANCHEZ, J. MYERS, C. FASELIS, R. MURPHY, I. B. H. SAMUEL, and P. KOKKINOS. The Association between Cardiorespiratory Fitness and the Risk of Breast Cancer in Women. Med. Sci. Sports Exerc., Vol. 56, No. 6, pp. 1134-1139, 2024.

Συσχέτιση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες

Πρόσφατη αναδρομική μελέτη που αφορούσε τη χρονική περίοδο 1999-2020 διερεύνησε τη σχέση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες. Στη μελέτη συμμετείχαν 44.463 γυναίκες (55,1±8,9 ετών), στις οποίες μετρήθηκε, μέσω καρδιαναναπνευστικής δοκιμασίας κόπωσης (πρωτόκολλο Bruce), η καρδιοαναπνευστική τους ικανότητα και καταγράφηκε η μέγιστη ενεργειακή δαπάνη (σε μεταβολικά ισοδύναμα-ΜΕΤ) που επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της εργοσπιρομέτρησης. Κατά την ίδια εικοσαετή περίοδο, στις ίδιες γυναίκες καταγράφηκαν οι περιπτώσεις εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι για κάθε 1 MET αύξησης της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού μειώνονταν κατά 7%. Ειδικότερα, η πιθανότητα νόσησης ήταν 18%, 31% και 40% χαμηλότερη στις γυναίκες με χαμηλή, μέτρια και καλή καρδιοαναπνευστική ικανότητα αντίστοιχα, σε σχέση με τις γυναίκες που ήταν ελάχιστα δραστήριες σωματικά. Συμπερασματικά, η μελέτη ανέδειξε μια αντίστροφη και κλιμακούμενη συσχέτιση μεταξύ της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού, υποδεικνύοντας ότι οι γυναίκες θα πρέπει να ενθαρρύνονται για τη βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής τους ικανότητας, καθώς αυτή μπορεί να συμβάλει στην άμβλυνση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ 

 

 

«Χτίζοντας» την υγεία μέσω της σωματικής δραστηριότητας στα σχολεία

Η ενασχόληση με τη σωματική δραστηριότητα κατά την παιδική και εφηβική ηλικία συνδέεται με τη βελτίωση της σωματικής και ψυχικής υγείας. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι σωματικά δραστήριοι μαθητές παρουσιάζουν καλύτερες σχολικές επιδόσεις, μειωμένες πιθανότητες εμφάνισης παχυσαρκίας, βελτιωμένες κοινωνικές δεξιότητες και υψηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης. Η συζήτηση σχετικά με τη σημασία της τακτικής άσκησης στο σχολικό περιβάλλον μας οδηγεί στη συνειδητοποίηση, ότι η προώθηση της σωματικής δραστηριότητας δεν αποτελεί μόνο προληπτικό μέτρο για τα παιδιά, αλλά και επένδυση στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη των μαθητών. Καθώς ενώνουμε τις δυνάμεις μας για την ενσωμάτωση της σωματικής δραστηριότητας στην καθημερινή σχολική ζωή, συμβάλλουμε όχι μόνο στη διαμόρφωση ενός υγιέστερου σώματος στους μαθητές, αλλά και ενός πιο στοχοπροσηλωμένου, ευπροσάρμοστου  και ικανού μυαλού για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της ζωής. Αισιοδοξούμε ότι οι επιστημονικές μελέτες που δημοσιεύονται σχετικά με τον καθοριστικό ρόλο της σωματικής δραστηριότητας στην υγεία θα λειτουργήσουν ως καταλύτης για τη μετατροπή του σχολείου σε περιβάλλον που πραγματικά προάγει τη σωματική και ψυχική ευεξία, δημιουργώντας ένα στέρεο θεμέλιο για μια πιο υγιή και ισορροπημένη κοινωνία.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

Branquinho L, Forte P, Ferraz R, Teixeira JE and Sortwell A (2024). “Building” health through physical activity in schools. Front. Sports Act. Living 6:1359661.

«Χτίζοντας» την υγεία μέσω της σωματικής δραστηριότητας στα σχολεία

Η ενασχόληση με τη σωματική δραστηριότητα κατά την παιδική και εφηβική ηλικία συνδέεται με τη βελτίωση της σωματικής και ψυχικής υγείας. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι σωματικά δραστήριοι μαθητές παρουσιάζουν καλύτερες σχολικές επιδόσεις, μειωμένες πιθανότητες εμφάνισης παχυσαρκίας, βελτιωμένες κοινωνικές δεξιότητες και υψηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης. Η συζήτηση σχετικά με τη σημασία της τακτικής άσκησης στο σχολικό περιβάλλον μας οδηγεί στη συνειδητοποίηση, ότι η προώθηση της σωματικής δραστηριότητας δεν αποτελεί μόνο προληπτικό μέτρο για τα παιδιά, αλλά και επένδυση στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη των μαθητών. Καθώς ενώνουμε τις δυνάμεις μας για την ενσωμάτωση της σωματικής δραστηριότητας στην καθημερινή σχολική ζωή, συμβάλλουμε όχι μόνο στη διαμόρφωση ενός υγιέστερου σώματος στους μαθητές, αλλά και ενός πιο στοχοπροσηλωμένου, ευπροσάρμοστου  και ικανού μυαλού για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της ζωής. Αισιοδοξούμε ότι οι επιστημονικές μελέτες που δημοσιεύονται σχετικά με τον καθοριστικό ρόλο της σωματικής δραστηριότητας στην υγεία θα λειτουργήσουν ως καταλύτης για τη μετατροπή του σχολείου σε περιβάλλον που πραγματικά προάγει τη σωματική και ψυχική ευεξία, δημιουργώντας ένα στέρεο θεμέλιο για μια πιο υγιή και ισορροπημένη κοινωνία.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

Άσκηση, συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες και ποιότητα ζωής σε νεαρούς ασθενείς με κληρονομική νόσο θωρακικής αορτής

Οι ασθενείς με κληρονομική νόσο (ανεύρυσμα) θωρακικής αορτής συχνά αντιμετωπίζουν περιορισμούς ως προς τη συμμετοχή τους σε αθλήματα και ορισμένες μορφές άσκησης. Πρόσφατη μελέτη διερεύνησε την επίδραση της άσκησης και της συμμετοχής σε ανταγωνιστικά αθλήματα στην ποιότητα ζωής ασθενών ηλικίας 15-35 ετών με συνδρομική (σύνδρομο Marfan, σύνδρομο Loeys-Dietz και αγγειακό σύνδρομο Ehlers-Danlos) και μη-συνδρομική κληρονομική νόσο της θωρακικής αορτής. Η μελέτη χρησιμοποίησε ειδικά ερωτηματολόγια για την αξιολόγηση της συμμετοχής σε άσκηση κατά τη διάρκεια της ζωής και ανέδειξε ότι, παρά το γεγονός ότι το 88% των ασθενών είχαν περιορισμούς από τον θεράποντά τους, το 65% ανέφερε συμμετοχή σε ανταγωνιστικά αθλήματα και το 93% συμμετοχή σε άσκηση αναψυχής. Επιπλέον, βρέθηκαν σημαντικές θετικές συσχετίσεις μεταξύ της τρέχουσας συχνότητας άσκησης και της ψυχοκοινωνικής ποιότητας ζωής, ενώ δεν αναδείχθηκαν διαφορές ως προς το μέγεθος της αορτής ή την ανάγκη χειρουργικής επέμβασης μεταξύ των ατόμων που συμμετείχαν και εκείνων που δεν συμμετείχαν σε ανταγωνιστικά αθλήματα. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της μελέτης ανέδειξαν ότι τα  αυξημένα επίπεδα άσκησης κατά τη διάρκεια της ζωής καθώς και τα τρέχοντα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας σχετίζονται με βελτιωμένη ποιότητα ζωής σε ασθενείς με κληρονομική νόσο της θωρακικής αορτής.

 

Διαβάστε το πλήρες άρθρο: ΕΔΩ

MILLETTE, T. J., R. K. RAMCHARITAR, O. J. MONFREDI, M. J. THOMAS, M. R. CONAWAY, and P. N. DEAN. Exercise, Sports Participation, and Quality of Life in Young Patients with Heritable Thoracic Aortic Disease. Med. Sci. Sports Exerc., Vol. 57, No. 2, pp. 260-266, 2025.